Τα πρώτα και ολοκληρωτικά θύματα της οικονομικής κρίσης, αν θέλετε να ξέρετε, είναι οι άνδρες.
Ευνουχισμένοι από κούνια, έφτασαν κουτσά στραβά στη μέση ηλικία, για να ζήσουν την απόλυτη απαξίωση στην απώλεια των εργασιακών τους δικαιωμάτων.
Πέρασαν βέβαια μερικά καλά χρόνια ανάβοντας Cohiba (ανάποδα, καθότι υπήρξαν και ημιμαθείς) με πεντοχίλιαρα, για να εντυπωσιάσουν γκόμενες.
Οδήγησαν πανάκριβα αμάξια σε κατσικόδρομους.
Μερικοί έμαθαν και να μαγειρεύουν μακαρονάδες με θαλασσινά, σε αυτοσχέδια καμινέτα δίπλα στη θάλασσα, ντυμένοι με εκρού λινά παντελόνια και την πλούσια κόμη τους ν’ανεμίζει ξεπλεγμένη στο αγέρι της Αστυπάλαιας.
Τι θυμήθηκα τώρα…
Αλλά όταν κατέφθασε καλπάζουσα η κρίση, αναγκάστηκαν να μείνουν μόνοι, αυτοί και η αμφιλεγόμενη προσωπικότητά τους, αντιμέτωποι.
Απόμαχοι του lifestyle, από τα σαλόνια στα αλώνια της ελεύθερης αγοράς, με κουτσουρεμένο το μισθό, την αυτοεκτίμηση και τη libido.
Μιλάω για τους τυχερούς.
Γιατί υπάρχουν και κάτι παιδιά που τα έχασαν όλα, για να πέσουν στην ανάγκη των γυναικών της ζωής τους: της μάνας, της πεθεράς και -της χειρότερης απ’ όλες- του πάλαι ποτέ αισθήματός τους, που κατέληξε σε στεφάνι: εδώ πληρώνεται η μαγκιά της προηγούμενης δεκαετίας.
Αυτή είναι η ιστορία της Άννας.
Καθίστε αναπαυτικά στον καναπέ μου, να σας φιλέψω γλυκό του κουταλιού συκαλάκι:
Η Άννα ήρθε μια ωραία πρωία σε μένα διστακτικά, αφού πρώτα είχε κάνει τη διαδρομή μέχρι το γραφείο μου τοίχο-τοίχο, κοιτώντας μπροστά και πίσω της, μη τυχόν και κανείς την παρακολουθούσε, που θα πήγαινε να επισκεφτεί ψυχολόγο.
Μόλις την αντίκρισα, αμέσως μου δημιούργησε συνειρμούς με την Κατοχή.
Μπήκε μέσα σαν μέλος της γαλλικής ρεζιστάνς, που επρόκειτο να μεταδώσει μυστικές πληροφορίες εναντίον του καθεστώτος.
Το φθινόπωρο βάζω στοίχημα ότι φοράει εκρού, μεσάτη καμπαρντίνα με σταυρωτό κούμπωμα.
Η Άννα ήταν ένα από τα θύματα του σαδιστικού συστήματος εισαγωγής στο Δημόσιο που ονομάζεται ΑΣΕΠ: επιτυχούσα μεν, αλλά μη διοριστέα, ζούσε με δύο παιδιά και άντρα άνεργο, από τη σύνταξη της μάνας της.
Αλλά ως γνήσιο τέκνο της νοοτροπίας των Ελλήνων, που είναι ικανοί να μείνουν άπραγοι μια ζωή με τη φανερή ελπίδα ότι κάποτε επιτέλους θα τους βολέψει το σύστημα, δεν την πείραζε καθόλου.
Δεν την πείραζε που ήταν στο άνθος της ηλικίας της και μπορούσε τουλάχιστον να προσποιηθεί ότι ψάχνει για κάτι άλλο, έστω, μέχρι να έρθει ένα κάποιο πολυπόθητο χαρτί διορισμού.
Δεν την πείραζε που ζούσαν όλοι μαζί στο σπίτι νομαδικά (η οικονομική εξάρτηση από τους γονείς δημιουργεί και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις ξυπνοπούλια μου, μην τα θέλετε όλα δικά σας).
Δεν την πείραζε που ο ωχαδερφισμός της αποτελούσε κακό πρότυπο για τα παιδιά της και τα παιδιά του γείτονα, μπορώ να σου πω.
Την πείραζε το γεγονός ότι ο άνδρας που της είχε ορκιστεί αιώνια αφοσίωση (aka ο κουβαλητής), δεν μπορούσε να της εξασφαλίσει πια, ούτε τα βασικά.
Επιπλέον, αυτός περιφερόταν αξούριστος στο σπίτι, μέσα στην αυτολύπηση.
Κάθε ομοιότητα με τα κορνιζαρισμένα, χαμογελαστά πρόσωπα της κοινής ζωής τους πριν το γάμο, έμοιαζε τυχαία.
Η απώλεια της θέσης του, περισσότερο από την απώλεια των οικονομικών πόρων, ήταν αβάσταχτη για την Άννα.
Ο σύζυγος δεν είχε με τι να ασχοληθεί και στριφογύριζε ανήσυχος στο σπίτι, όπως ένα ζώο μέσα σε κλουβί.
«Ας έβρισκε μια δουλειά, οτιδήποτε, ας έκανε ακόμα και εθελοντισμό» μου εκμυστηρεύτηκε, «…μόνο να μην τον έχω στα πόδια μου όλη μέρα. Η φτώχεια αντέχεται. Το σούρσιμο της παντόφλας, όχι!».
Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι: δεν γίνεται να κάνεις τον ψυχολόγο στη σχέση σου, συμφωνώ.
Είναι άδικο για το έτερον ήμισυ, ατελέσφορο και επικίνδυνο.
Ο καθένας οφείλει να κουβαλάει το δικό του φορτίο με μια σχετική διακριτικότητα και, αν τα πράγματα δυσκολέψουν, να βρίσκει το δρόμο για την ψυχοθεραπεία, το συντομότερο δυνατό.
Είναι αλήθεια επίσης, ότι η θλίψη χτυπάει στατιστικά τους άνδρες σε μεγαλύτερους αριθμούς.
Φταίει ο τρόπος που μεγαλώσαμε.
Προκαθορισμένοι ρόλοι, συγκεκριμένες απαιτήσεις από τα δύο φύλα.
Η δουλειά όντως φτιάχνει τον άντρα: κρατάει το μυαλό του σε εγρήγορση, την αδρεναλίνη στα ύψη, του προσφέρει ρίσκο, περιπέτεια, προσωπική ικανοποίηση, πολλές φορές μεγαλύτερη από αυτή που προσφέρουν τα μεγάλα βυζιά της ξανθιάς.
Αλλά, πού πήγε το «μέχρι ο θάνατος να μας χωρίσει»;
Η έννοια της συζυγίας, οι κοινές πορείες και, τελικά, η αγάπη; (το χόντρυνα, ε;).
Θέλουμε τους άνδρες στο πόδι με το μονόπετρο, τους άνδρες ανάμεσα στα πόδια μας στο κρεβάτι, αλλά όχι να μπλέκονται στα πόδια μας στο σπίτι.
Θέλουμε τον άνδρα να στέκεται στα πόδια του εκτός σπιτιού, μέσα στο σπίτι όμως με το ένα πόδι, σούζα στο ντουβάρι που πληρώνει με το δάνειο που πήρε τις καλές εποχές.
Μόλις τελειώσουν τα χαϊλίκια με τα δανεικά λεφτά, οι άνδρες μονομιάς μεταμορφώνονται στα μάτια μας, σε βατράχους.
Το γνωρίζουν αυτό.
Γι’ αυτό μαραίνονται ο ένας μετά τον άλλο, σαν τα μαρουλόφυλλα.
Μπαίνουν σε κατάσταση πένθους. Είναι και κολλητικό.
Η Άννα θέλει να τον ξεφορτωθεί.
Μπορεί να τα κάνει όλα καλύτερα μόνη της και χωρίς κλάψες (έτσι νομίζει).
Βλέπω ολοένα και περισσότερες Άννες να κυκλοφορούν ανάμεσά μας.
Όταν βρίσκουν δουλειά και μπορούν να πληρώνουν όλους τους λογαριασμούς μόνες τους, τότε πια γίνονται αδίστακτες.
Μου λένε: «Δεν τον θέλω πια».
Σας ορκίζομαι, στεναχωριέμαι για εκείνους.
Κάτι πρέπει να γίνει με το θέμα της ανεργίας.
Πηγή ➤ eyedoll
.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου