Γράφει η Σοφία Ισμήνη
Ήταν μικρός και δεν είχε ακόμα μάθει πως στον κόσμο αυτό δεν γίνεται να παίρνεις πάντα αυτό που θέλεις.
Ένα παιδί ήταν, που όπως όλα τα άλλα, είχε ανάγκη μόνο από αγάπη και παιχνίδι.
Aγαπούσε πολύ τη μουσική, όχι εκείνη τη μοντέρνα, την ξενόφερτη που θύμιζε τεχνολογία.
Τον μάγευαν τα παλιά ακούσματα, εκείνα, που έβγαιναν μέσα από τις πενιές και γέμιζαν τον χώρο με την αυθεντικότητα των ανθρώπων μιας πιο παλιάς Ελλάδας.
«Μπαμπά», είπε μια μέρα, «θέλω να μου πάρεις ένα μπουζούκι».
Ο πατέρας, άνθρωπος της σκληρής δουλειάς, της περασμένης εποχής, συνοφρυώθηκε.
Δεν είχε αρκετά χρήματα για να κάνει στον γιο του αυτό το δώρο.
Είχε όμως αστείρευτη αγάπη, αυτό που ούτως ή άλλως χρειαζόταν περισσότερο το παιδί του.
Αρκετή, για να σκαρφιστεί μια ιδέα.
Καλύτερα κι από το μυαλό του, δούλευαν τα χέρια του.
Με αυτά, έχτισε πέτρα την πέτρα το σπιτικό τους. Το βιός του.
Το βράδυ λοιπόν, όταν όλοι είχαν πέσει για ύπνο, σηκώθηκε στις μύτες και αφού έβαλε δυο κούτσουρα στη σόμπα για να κρατήσει η φωτιά, πήγε στην μικρή αποθηκούλα που ήταν γεμάτη με τον δικό του θησαυρό: μυστριά, καλέμια, φραγκόφτυαρα, σκαρπέλα και τόσα άλλα.
Όλα δουλεμένα, γεμάτα από σημάδια που μαρτυρούσαν τη βαριά τους εργασία, όπως και τα ροζιασμένα χέρια του.
Λίγη ώρα μετά είχε στα χέρια του ένα λιλιπούτειο μπουζούκι, φτιαγμένο από καδρόνια, με σύρματα για χορδές.
Μια υποψία ικανοποίησης σχηματίστηκε στα χείλη του.
Το επόμενο πρωί, μικρά δαχτυλάκια το γρατζουνούσαν με μπόλικη φαντασία και πολλή χαρά!
Ωστόσο, ο πατέρας δεν ησύχασε.
Έκανε τις οικονομίες του και με το υστέρημά του αγόρασε στον πιτσιρίκο το πολυπόθητο μουσικό όργανο, που κουβαλούσε την ιστορία του πόνου και του γλεντιού των ανθρώπων εκείνων που οι τάσεις της εποχής και οι ευκολίες του μοντερνισμού, τους είχαν αφήσει ανέγγιχτους και γνήσιους συνάμα.
«Διάλεξε όποιο θέλεις», του είπε όταν μπήκαν σε ένα χώρο γεμάτο γοητεία, στην οργανοποιία, που μύριζε λούστρο και ξύλο.
Τα μάτια του παιδιού έλαμψαν από χαρά και στο μικρό προσωπάκι άστραψε το πιο φωτεινό χαμόγελο.
«Αυτό!» είπε με ενθουσιασμό, δείχνοντάς του ένα μπουζούκι του οποίου το καπάκι ήταν στολισμένο με λευκό φίλντισι και μαύρες, λουλουδάτες πινελιές.
Επέστρεψαν σπίτι σφυρίζοντας έναν ανέμελο σκοπό και λίγο αργότερα, σε όλη τη γειτονιά αντηχούσαν τα γέλια και τα τραγούδια τους, που τα συνόδευαν φάλτσες πενιές.
Η πιο ωραία μελωδία, αυτή της χαρούμενης παιδικής ψυχής και της οικογενειακής ζεστασιάς.
Τα χρόνια πέρασαν και τη θέση του μικρού παιδιού πήρε ένα νεαρό αγόρι, με καθαρή καρδιά και περίσσιο φιλότιμο.
Έτρεχε πίσω από τον πατέρα του στις οικοδομές και στα γιαπιά και καταπιανόταν με ό,τι μπορούσε προκειμένου να τον βοηθήσει.
Ο πατέρας χαμογελούσε υπερήφανος μπροστά στο πείσμα του γιου του, κάθε που στένευαν τα μάτια του και μούγκριζε μέσα από το σφιγμένο εφηβικό του στόμα, όταν η δουλειά που του ανέθετε ήταν μπελαλίδικη και απαιτούσε περισσότερη υπομονή.
Δεν το έβαζε κάτω, μπορούσε να ξημερωθεί μέχρι να την κάνει όπως έπρεπε, τότε μόνο πήγαινε σπίτι και η μάνα του τον μάλωνε τρυφερά: «Αμάν βρε γιόκα μου, τί ώρα είναι πάλι τούτη που γύρισες; Ίδιος ο πατέρας σου. Έλα να σου βάλω να φας και να πας να ξεκουραστείς».
Τελειώνοντας το φαγητό του, αυτό που είχε ανάγκη ήταν πρώτα να χαλαρώσει και ο καλύτερος τρόπος ήταν να παίξει με το μπουζούκι του.
Τα πήγαινε πια πολύ καλά, ήταν αυτοδίδακτος, ένας «επίδοξος Ζαμπέτας» καθώς έλεγε συνωμοτικά στον εαυτό του και διασκέδαζε με αυτή του τη φιλοδοξία.
Η αλήθεια ήταν βέβαια πως το μπουζούκι του, παρά τις επικές διαστάσεις που είχε στα μάτια του όταν ήταν παιδί, δεν είχε αποδειχθεί και η αγορά στην πιο επιτυχημένη της μορφή.
Δυσκολευόταν να αποτυπώσει τη μουσική του πάνω στο παλιό όργανο όπως την είχε στο μυαλό του.
«Ας είναι», σκέφτηκε, «δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα».
Μπαίνοντας στο δωμάτιο, ήταν εκεί, έστεκε απάνω στο κρεβάτι του μεγαλοπρεπές και αρχοντικό: ένα μπουζούκι με σκάφος από καρυδιά, παλλίσανδρο στον καβαλάρη, κέδρινο καμαρόξυλο, φλαμούρι στην ταστιέρα.
Το καπάκι του, μαύρο, γεμάτο σιντέφια.
Το πήρε με ανυπομονησία στα χέρια του και το περιεργάστηκε ευλαβικά και αχόρταγα. Κάθε του λεπτομέρεια, κάθε δούγια, κάθε χορδή. Χιλιοστό το χιλιοστό.
Όταν συνήλθε από την τόση έξαψη, αναρωτήθηκε ποιός να του είχε κάνει ένα τέτοιο δώρο.
«Μα, ναι! Η γιαγιά!», αναφώνησε.
Πάει καιρός που του παρατήρησε «πολύ ξεφωνίζει αυτό το μαραφέτι» κι εκείνος αποκρίθηκε εύθυμα «αυτό έχουμε γιαγιά, πάνε τόσα χρόνια, και που βαστάει ακόμα, πολύ είναι!».
Και κάτι του έλεγε τότε στο γερασμένο μα ζωηρό της βλέμμα, πως αυτό, δεν θα το άφηνε να περάσει έτσι.
Κύλησαν και πάλι τα χρόνια και το νεαρό αγόρι έγινε πια άντρας σωστός.
Τα μαλακά χέρια αντικατέστησαν δυο χέρια δυνατά, μεγάλα σαν κουπιά, σκληρά, αλλά και τρυφερά σαν δαμασμένα κύματα.
Είχε αναλάβει εξ’ ολοκλήρου πλέον τις δουλειές στην οικοδομή για να ξεκουράσει υποτίθεται τον πατέρα του, όμως εκείνος γεμάτος νιάτα ακόμα παρά τα χρόνια του, ποτέ του δεν καθόταν, το είχε σε κακό του να βαριέται.
Όταν έβλεπε τον γιο του να φουρτουνιάζει με τις αναδουλειές, αρχινούσε το τραγούδι:
«-Πού τραβάς γιε μου
κι είσαι πάντα βιαστικός;
-Όπου παν κι οι άλλοι,
τρέχω να προφτάσω διαρκώς.
-Όσο και να τρέχεις όμως
είναι ατέλειωτος ο δρόμος
κι είναι τόσο λίγος ο καιρός».
κι είσαι πάντα βιαστικός;
-Όπου παν κι οι άλλοι,
τρέχω να προφτάσω διαρκώς.
-Όσο και να τρέχεις όμως
είναι ατέλειωτος ο δρόμος
κι είναι τόσο λίγος ο καιρός».
Πάντα χαμογελούσε στο άκουσμα αυτού του τραγουδιού και του περνούσε ο θυμός.
Ξαπόσταινε για λίγα λεπτά και ξεκινούσε τη δουλειά απ’ την αρχή.
Έτσι περνούσαν οι μέρες, με δουλειά, και τα βράδια, έπινε κρασί με φίλους στα κουτούκια, ξεσηκώνοντας τον κόσμο με τις πενιές του.
Τώρα πια είχε αποκτήσει και ένα ακόμα μπουζούκι, δώρο που έκανε ο ίδιος στον εαυτό του, πιο ακριβό: Έβενος, σφένδαμο, έλατο -και ποιος ξέρει τί άλλο- παρέλαυναν πάνω στο όργανο καμαρωτά.
Μα το πιο αγαπημένο του μπουζούκι από όλα, ήταν εκείνο που τόσο τον λαχτάρησε...
Που έδωσε χρώμα και ήχο στα παιδικά του όνειρα.
Εκείνο το πρώτο, το άσπρο, τoύ πατέρα του.
Σαν επέστρεφε στην κάμαρά του τα βράδια, πάντα έπαιζε ένα σύντομο σκοπό, τιμής ένεκεν.
Με αυτόν τον τρόπο, κρατούσε μέσα του την παλιά Ελλάδα...που πάντα του θύμιζε πως με μια πενιά και με την καρδιά καθάρια, μπορούσε να έχει κανείς τελικά ή αυτός τουλάχιστον, ό,τι ήθελε.
Πηγή ➤ eyedoll
.png)
.jpg)
0 σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου